Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2011

Συνεχίζεται η Έκθεση ζωγραφικής ''Δώδεκα διηγήματα-Δώδεκα Εικόνες -εικονογραφόντας το έργο του Αλ. Παπαδιαμάντη'', στη Σκιάθο.


Πολιτιστικό Κέντρο Δήμου Σκιάθου - Μπούρτζι
10  – 30 Αυγούστου 2011

 12 διηγήματα - 12 εικόνες


ο Κωνσταντίνος Κουτούμπας
 εικονογραφεί το  έργο
του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη
  
Ώρες λειτουργίας της έκθεσης:
20.00 – 24.00

        Μια εικαστική παρέμβαση στην πνευματικότητα του έργου
                           του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Συνεχίζεται στη Σκιάθο, στο Πολιτιστικό Κέντρο «Μπούρτζι», η έκθεση του Σκιαθίτη καλλιτέχνη Κωνσταντίνου Κουτούμπα με τίτλο «Δώδεκα Διηγήματα –Δώδεκα Εικόνες». Η ενότητα αυτή ήταν μια ιδέα εμπνευσμένη από δώδεκα διηγήματα – μεταξύ των οποίων, και ένα έμμετρο «αφήγημα» - του μεγάλου Σκιαθίτη Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Με πινελιά που βαδίζει πιστά στα χνάρια της βυζαντινής αγιογραφίας, με συναισθήματα και γραμμές εκφραστικές, οι «εικονοποιημένοι» ήρωες του Παπαδιαμάντη, εξαϋλωμένοι και γήινοι μαζί, μοιάζουν να κουβαλάνε ο καθένας «τα πάθια και τους καημούς» του, όπως ακριβώς τους περιγράφει ο κυρ – Αλέξανδρος: «μετ’ έρωτος». Μετ’ έρωτος «ανθρωπίνου και θείου». Πρώτη φορά παρουσιάστηκε στο Πνευματικό Κέντρο Ενοριών Σκιάθου, παρουσία του Σεβασμιοτάτου Μητροπολίτου Χαλκίδος, Ιστιαίας και Βορείων Σποράδων κ. κ. Χρυσοστόμου, του κ. Ανέστη Κεσελόπουλου, καθηγητού Θεολογίας του Α. Π. Θ., του κ. Αγγέλου Μαντά, διδάκτορος φιλολογίας, και της κας Ανθής Βαλσαμάκη, υπεύθυνης του Αγιογραφικού εργαστηρίου του Μουσείου Μπενάκη, η οποία συνέβαλε ουσιαστικά στη δημιουργία της Έκθεσης.


Η έκθεση λειτουργεί καθημερινά τις βραδινές ώρες (8.00 – 12.00) και θα διαρκέσει έως και τις 30 Αυγούστου 2011.




Εἰς μνήμην...


Κωνσταντῖνος Ἰωάννου Κουτούμπας (1894-1983)

Το 1967, σε ηλικία 71 ετών.


Ο Κωνσταντίνος Ιωάννου Κουτούμπας, πρωτοψάλτης, μουσικοδιδάσκαλος και συγγραφέας Βυζαντινής Εκκλησιαστικής Μουσικής,  γεννήθηκε στον Άγιο Βλάσιο του Πηλίου το 1894. Ορφανός από πατέρα, μεγάλωσε κοντά στον παππού του Κωνσταντίνο Αποστόλου, ο οποίος κάθε Κυριακή τον συνόδευε στην Εκκλησία, βάζοντάς τον να κάθεται στο παράθυρο του Ναού, από όπου ηκροάτο  τα ψαλλόμενα και προσπαθούσε να ψάλλει. Οι ψάλτες αντιλήφθηκαν πολύ νωρίς τον ένθεο ζήλο του και σε ηλικία πέντε ετών τον ανέβασαν στο αναλόγιο. Ψάλτες τότε στον Άγιο Βλάσιο ήταν οι Βλάσιος Αρκουδογιάννης και …..Κατσιρέλος, δεινοί εκτελεστές και μουσικοί, ψάλλοντες παλαιά μέλη από διφθέρας. Ο…Κατσιρέλος όπως και άλλοι μουσικοί του Πηλίου είχε μαθητεύσει στην πατριαρχική σχολή της Κωνσταντινουπόλεως. Κοντά στον Κατσιρέλο έμεινε για τρία χρόνια. Με πρώτο δάσκαλο τον Αθανάσιο Χρυσοχοΐδη, μαθητή του Κ. Ψάχου και επιστήμονα μουσικό, σε ηλικία 10 ετών δημιούργησε μικτούς χορούς 30 ατόμων που  έψαλαν τα εγκώμια της Μεγάλης Παρασκευής και άλλα μουσικά μέλη, γνωρίζοντας το θαυμασμό και τον έπαινο όλης της κοινότητας. Λόγω του ότι δεν είχε χρήματα ώστε να προμηθεύεται μουσικά βιβλία άρχισε να αντιγράφει τα βιβλία των δασκάλων του. Γρήγορα απέκτησε τέτοια ευχέρεια ως προς την πλοκή των χαρακτήρων και του μέλους, ώστε να μπορεί να διαβάζει μέλη τα οποία δεν είχε διδαχθεί ακόμη. 
Μαζί με τον Δημήτριο Δημητριάδη, γραμματέα της κοινότητας Καραμπασίου, που μαθήτευε κοντά στον Δημήτριο Μαστορογιάννη, μελετούσαν και σε διάστημα 3 μηνών είχαν περατώσει τη μελέτη του Αναστασιματαρίου, του Δοξασταρίου του Βιολάκη και των Δυο Νέων Μελισσών  του Κυριαζίδου, βιβλία τα οποία είχαν φέρει από την πόλη οι δάσκαλοί τους.
Ως έφηβος άρχισε να δουλεύει σε βαρελοποιείο στην Αγριά, ενώ τις Κυριακές κατέβαινε στο Βόλο και άκουγε τους πρωτοψάλτες Γεωρ. Ψυχούλη, μαθητή του Ραιδεστινού, Δημ. Φιλίππου, συμμαθητή Κων. Ψάχου,  Χρ. Μαχαιρίτσα και Κων. Γαρουφαλιά.

Για μικρό διάστημα πριν τη στρατιωτική του θητεία έψαλε στη Δράκεια, και μαθήτευε κοντά στους Νικόλαο Καμινάρη, Ευθύμιο Κόκκινο, μαθητή Γεωργίου Τζάβελλου, ο οποίος υπήρξε και αυτός μαθητής της πατριαρχικής σχολής. Μέχρι του 1922 δεν είχε αναλάβει αναλόγιο καθώς λόγω της μικρασιατικής εκστρατείας επιστρατεύτηκε μετά την θητεία του άλλες τέσσερεις φορές. Στη Σμύρνη γνωρίστηκε με τον Πρωτοψάλτη Νικόλαο. Μετά την επάνοδό του στο Βόλο διορίστηκε ψάλτης αρχικά στα Λεχώνια και την Αγριά, ενώ μετά το γάμο του το 1925 μεταφέρθηκε στο Βόλο. Παρά την επιθυμία του Κωνσταντίνου Γαρουφαλιά να τον διαδεχθεί αυτό δεν κατέστη δυνατό. Διορίστηκε πρωτοψάλτης στον Άγιο Κωνσταντίνο και το 1928 μετατέθηκε από τον Μητροπολίτη Δημητριάδος Γερμανό στους Αγίους Θεοδώρους, για να μετατεθεί ξανά κατόπιν παρακλήσεων του εκκλησιαστικού συμβουλίου στο Ναό της Αναλήψεως το 1931. Ως πρωτοψάλτης της Αναλήψεως ορκίστηκε να μη μετατεθεί ξανά σε άλλο Ναό, και απέρριψε άλλες προτάσεις, ακόμη και πρόταση για διορισμό στην Αγία Σοφία Θεσσαλονίκης, με 7ετές συμβόλαιο, που του εξασφάλιζε 10.000 δρ. μισθό και πληρωμένα τα έξοδα διαμονής. Τον Φεβρουάριο του 1941 λόγω του  Ελληνοϊταλικού πολέμου κατέφυγε με την οικογένειά του σε συγγενείς της συζύγου του στη Σκιάθο, όπου έψαλε ως δεξιός ψάλτης στο Μητροπολιτικό Ναό των Τριών Ιεραρχών για τέσσερις μήνες.  Στο Ναό της Αναλήψεως του Χριστού υπηρέτησε συνολικά τριάντα χρόνια, μέχρι τον Μάρτιο του 1961, όταν παραιτήθηκε σε ηλικία 67 ετών. 

Το 1979 σε ηλικία 85 ετών.

Γνήσιο τέκνο της μουσικής παραδόσεως της Μαγνησίας, από την οποία, όπως σημειώνει ο ίδιος, διεσπάρη η  εκκλησιαστική μουσική παράδοση της σχολής του Οικουμενικού Πατριαρχείου από το 1830 στην υπόλοιπη Ελλάδα, υπήρξε δεινός εκτελεστής και ερμηνευτής των παλαιών μελών. Γνώριζε από στήθους τα παλαιά μαθήματα των μεγάλων διδασκάλων, είχε αποκτήσει μεγάλη συγγραφική δεινότητα, συνθέτοντας ο ίδιος εξαρχής νέα μέλη, επί τη βάσει κλασσικών γραμμών και συνθέσεων και καταγράφοντας πρωτότυπους ύμνους που άκουγε από άλλους εκτελεστές. Όταν ο Κων. Πρίγγος, προσκεκλημένος στο Βόλο, έψαλε το Δοξαστικό του Εσπερινού, βρέθηκε προ εκπλήξεως, όταν την επόμενη μέρα του το ενεχείρησε γραμμένο όπως ακριβώς το απέδωσε, εκφράζοντας το θαυμασμό του.  Γνώριζε ακόμη την παλαιά παρασημαντική. Έδινε μεγάλη σημασία στην μετά ταπεινώσεως και συντριβής ψαλμωδία καθώς και στην ευκρινή και κατά νόημα απόδοση των ψαλλομένων. Κοιμήθηκε εν Κυρίῳ το 1983. 

Σημείωση μαζί με την υπογραφή του σε ένα βιβλίο του.

Με τη σύζυγό του Ελένη Κατσίκα, κόρης του γνωστού σκιαθίτη ξυλουργού Ευσταθίου Κατσίκα, ο οποίος φιλοτέχνησε μεταξύ άλλων τα βημόθυρα του Ναού των Τριών Ιεραρχών Σκιάθου, προσκυνητάρια στους δύο ενοριακούς Ναούς του  νησιού, αλλά και την ξύλινη αμαξοστοιχία του τραίνου που συνέδεε το Βόλο με τις Μηλιές του Πηλίου, απέκτησε τρία παιδιά, τον Ευστάθιο, την Έλλη και τον Ιωάννη. Λόγω των δύσκολων συνθηκών ζωής που υπέστησαν μετά το σεισμό του 1955 και τις πλημμύρες που ακολούθησαν, όπου έχασαν το σπίτι τους, οι δυο γιοί  του αναγκάστηκαν να φύγουν για να εργαστούν ως ναυτικοί στο Εμπορικό Ναυτικό και δεν συνέχισαν τη μουσική παράδοση της οικογένειας στο Βόλο. Ψάλλουν όμως στη Σκιάθο, όπου και οι δύο έχουν παντρευτεί και διαμένουν, ο θείος μου Ευστάθιος Κουτούμπας στην Παναγία τη Λημνιά αρχικά και στη Μονή του Ευαγγελισμού τα τελευταία χρόνια, κοντά στον οποίο μαθήτευσα και από τον οποίο απέκτησα το ζήλο για τη βυζαντινή μουσική, ολοκληρώνοντας τις σπουδές μου στη Θεσσαλονίκη, κοντά στον μακαριστό Δημήτριο Σουρλατζή, άρχοντα μουσικοδιδάσκαλο του οικουμενικού Πατριαρχείου, ενώ ο πατέρας μου Ιωάννης Κουτούμπας στο Ναό των Τριών Ιεραρχών εδώ και είκοσι χρόνια, μαζί με τον οποίο θείᾳ ευδοκίᾳ ψάλλουμε σήμερα, συνεχίζοντας την παράδοση της οικογένειας.

ο εγγονός, Κωνσταντίνος Ι. Κουτούμπας

Τρίτη, 23 Αυγούστου 2011

Η Πολιούχος της Σκιάθου Παναγία Εικονίστρια και η θαυμαστή διάσωση της Σκιάθου από τη θηριωδία των Γερμανών στις 23 Αυγούστου του 1944.


Του Κωνσταντίνου Ι. Κουτούμπα,
θεολόγου.





(Ομιλία της 23ης Αυγούστου 2009, ημέρα μνήμης της διασώσεως της πόλεως της Σκιάθου από τη θηριωδία των Γερμανών).


 ‘’ Ἔδωκας πανάχραντε, τήν σήν εἰκόνα τοῖς δούλοις σου, ἀσφαλές περιτείχισμα. Ἀσπίδα καί θώρακα, καί ἄμαχον ρύστιν, καί φόβητρον μέγα τοῦ πολεμήτορος ἐχθροῦ, ὠρυομένου οἷαπερ λέοντος, ἠμᾶς καταπιεῖν δεινῶς ὥσπερ στρουθίον παιζόμενον…[1]’’

Η θαυματουργός Εικόνα της Παναγίας της Εικονίστριας, Πολιούχου Σκιάθου.


Με ύμνους σαν και αυτόν ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης διακήρυττε, 20 χρόνια πριν τα φοβερά γεγονότα του Αυγούστου του 1944, τη διαρκή παρουσία της χάριτος του Θεού και της σκέπης της Θεοτόκου στο μικρό νησί της Σκιάθου, το οποίο επέλεξε ως κατοικία της η Παναγία, όταν με θαυμαστό τρόπο βρέθηκε να λάμπει πλημμυρισμένο από θείο φώς, στα κλαδιά ενός πεύκου, το 1650, το θαυματουργό εικόνισμά της. Η πολιούχος του νησιού, η φρουρός, η σκέπη, το καταφύγιο, η παναγία της Σκιάθου, η Ιερά και θαυματουργός εικόνα της Παναγίας της Εικονιστρίας.
 20  χρόνια πριν τον επερχόμενο όλεθρο, όταν ο διηγηματογράφος και ακαδημαϊκός Αλέξανδρος Μωραϊτίδης, ο μετέπειτα μοναχός Ανδρόνικος, συνέθεσε το 1924 την ακολουθία της Ευρέσεως της Ιεράς Εικόνος της Παναγίας της Εικονιστρίας, η οποία καθιερώθηκε να γιορτάζεται ως η δεύτερη μεγάλη εορτή της πολιούχου μας, αφιερωμένη στους ναυτικούς του παλιού καιρού που δεν μπορούσαν να παρευρίσκονται το χειμώνα, την ημέρα των Εισοδίων, στη μεγάλη πανήγυρη της Κυρίας Θεοτόκου.

Όμως η ώρα του πειρασμού δεν άργησε να έρθει. Η Ελλάδα από τον Οκτώβρη του 1940 βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση με την φιλόδοξη Ιταλία, η οποία λίγο πριν δεχτεί το ηχηρό ‘’όχι’’ από τον Μεταξά και τον Ελληνικό λαό, σε ένα παροξυσμό στρατιωτικής υπεροχής και προκλήσεων, τορπιλίζει το καταδρομικό πλοίο ‘’Έλλη’’, τη στιγμή που απέδιδε τιμές σε μια άλλη Παναγιά του Αιγαίου, την Παναγία της Τήνου, την ημέρα της Κοιμήσεώς της.
Για μια ακόμη φορά η Θεοτόκος περιφρούρησε με τη σκέπη της τον πιστό λαό της. Άπειρες οι μαρτυρίες των στρατιωτών, που είδαν την Παναγία να τους ενθαρρύνει την ώρα της μάχης, να τους δίνει κουράγιο και να τους ενισχύει. Άλλοι γλίτωσαν από εχθρικά πυρά, άλλοι σώθηκαν βαριά τραυματισμένοι, ενώ άλλοι τη στιγμή που είχαν εξαντλήσει και τα τελευταία τους τρόφιμα επέζησαν με τροφή την οποία τους παρείχε η Παναγία, με θαυμαστή επέμβασή της[2].
Αλλά και στα δύσκολα χρόνια της κατοχής, όταν τους Ιταλούς διαδέχθηκαν οι Γερμανοί κατακτητές, οι οποίοι νικηφόροι προέλαυναν στα ελληνικά εδάφη, η Υπεραγία Θεοτόκος, αρωγός και προστάτης των ικετών της, δεν εγκαταλείπει το πιστό λαό της, όπως  δεν εγκατέλειψε και το ταπεινό νησί της. Άφθονη η λαδιά, πνιγμένα τα οπωροφόρα δένδρα από τους καρπούς με τα κλαδιά τους να γέρνουν στο έδαφος, πλούσιες οι σοδειές τα χρόνια εκείνα. Όσα στερούσε ο δεινός κατακτητής από το λαό του Θεού, τα παρείχε πλουσιοπάροχα η τροφός της ζωής, η Παναγία η Εικονίστρια.
Ωστόσο το πρωινό της 23ης Αυγούστου του 1944, η Σκιάθος έμελε να ζήσει έναν εφιάλτη. Είχε προηγηθεί, λίγες μέρες πριν, η σύλληψη του Γερμανού διοικητή των Βορείων Σποράδων Άντλερ, από το 54 σύνταγμα του ΕΛΑΣ Πηλίου, κατόπιν εντολής του ΕΑΜ Βόλου, γεγονός που επιβεβαίωσε τους φόβους της τοπικής  επιτροπής ΕΑΜ Σκιάθου για αντίποινα από μέρους των Γερμανών[3]. Μόλις κατάπεσε ο θόρυβος και σταμάτησαν να επαγρυπνούν οι ντόπιοι, ισχυρές Γερμανικές δυνάμεις με καταδιώξεις και επιταγμένα σκάφη εισβάλουν στο νησί, με σκοπό να διαπράξουν αντίποινα για την σύλληψη του Άντλερ. Σκοπός τους  το ολοκαύτωμα της πόλης της Σκιάθου και η ομαδικές εκτελέσεις όλων των κατοίκων του νησιού.


H πόλη της Σκιάθου παραδομένη στις φλόγες.

Αρχίζουν ήδη τις συλλήψεις όσων εντοπίζουν μέσα στο χωριό, μιας και οι περισσότεροι κάτοικοι είχαν καταφύγει στις πλαγιές του νησιού, ενώ ταυτόχρονα πυρπολούν από στεριά και θάλασσα το χωριό. Σε λίγο η φωτιά είχε εξαπλωθεί και δεν ξεχώριζε τίποτα, ούτε κι αυτός ο ήλιος, όπως μας πληροφορεί ένας αυτόπτης μάρτυρας[4]. Η φωτιά δυναμώνει όλο και περισσότερο που μέχρι το βράδυ έχει καλύψει το μεγαλύτερο μέρος της πόλεως. Καίγονται ολοσχερώς περί τα διακόσια σπίτια. Οι γερμανικές δυνάμεις αποχωρούν με σκοπό να καλέσουν ενισχύσεις από το Βόλο, ώστε να χτενίσουν τη Σκιάθο και να μη μείνει κανείς ζωντανός.
Το προηγούμενο βράδυ, πολλοί κατέφυγαν στο παλαιό μοναστηράκι της Παναγίας της Κεχριάς, για να γιορτάσουν τα εννιάμερα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και να παρακαλέσουν την Θεοτόκο να τους βοηθήσει. Όμως τη  χαρά διαδέχθηκε η λύπη, την ελπίδα κάλυψε το σκοτάδι. Έντρομοι όσοι γλίτωσαν από τη σύλληψη και την πυρκαγιά κοιτούν την πόλη που καίγεται και ζητούν το έλεος της Παναγίας, Κλαιν απαρηγόρητοι και ζητούν τις μεσιτείες της στον Υιό της για τη σωτηρία τους.
Και ιδού, η Παναγία η Εικονίστρια, η μητέρα των Χριστιανών, δεν άργησε να απαντήσει στις προσευχές των πενήτων της. Ενώ όλα έδειχναν ότι δεν υπάρχει σωτηρία η Θεοτόκος δεν διέψευσε τις ικεσίες των δούλων της.
Ενώ ο ήλιος έδυε πίσω από τους πυκνούς καπνούς της κατά τα άλλα αίθριας και ζεστής εκείνης αποφράδας ημέρας, έξαφνα, εμφανίστηκαν μαύρα πυκνά σύννεφα, που σκέπασαν τον ουρανό. Ισχυρή καταιγίδα ξέσπασε, που σε λίγα λεπτά πλημμύρισαν τα πάντα. Η δυνατή νεροποντή διήρκεσε όλο το βράδυ και κατέσβεσε την πυρκαγιά, προτού καταστρέψει τα πάντα.
Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Την επόμενη μέρα ο καιρός επιδεινώθηκε ραγδαία με ισχυρούς, ψυχρούς και βροχερούς ανέμους επί οκτώ ημέρες, φαινόμενο ασυνήθιστο για την εποχή. Άρχισε να φυσά ισχυρός Γρεγολεβάντε, ο οποίος φρεσκάριζε ολοένα και περισσότερο. Η τρικυμία που επικράτησε εμπόδισε  τα γερμανικά καταδρομικά και επίτακτα καΐκια να προσεγγίσουν στο νησί. Ταυτόχρονα ξεκίνησε η κατάρρευση της Γερμανίας, ματαιώνοντας διαπαντός τα αιμοδιψή σχέδιά τους[5].
 Όπως και άλλοτε, έτσι και τώρα, η Παναγία η Εικονίστρια,  στην οποία όλο το νησί απέδωσε το θαύμα, επιβεβαίωσε τα όσα έγραψε στους ύμνος του ο Μωραϊτίδης, ο οποίος σε ένα τροπάριο της τετάρτης Ωδής του Κανόνα της, παρακαλεί την Θεοτόκο να εμφανίσει τη θεία χάρη της και με την λάμψη της να αποδιώξει τον τύραννο εχθρό.  ‘’ Ἐν ὥρᾳ θλίψεως… ἐμφάνηθι, καί λάμψει τῆς εἰκόνος σου, ἐξελοῦ τῆς τυραννίδος’’[6].
Μα το μεγαλύτερο θαύμα υπήρξε ένα και μοναδικό. Μέσα σε εκείνη την παραζάλη,  το πρωινό της 23ης Αυγούστου, το χωριό είχε εξ ολοκλήρου παραδοθεί στις φλόγες. Όσα σπίτια γλίτωσαν από την επέλαση της φωτιάς, δεν γλίτωσαν από το πλιάτσικο στο οποίο γερμανοί στρατιώτες και έλληνες καταδότες επιδίδονταν χωρίς ενδοιασμούς.  Οι φλόγες από τα διπλανά σπίτια έγλυφαν το Μητροπολιτικό Ναό των Τριών Ιεραρχών, στον οποίο φυλάσσεται μέχρι σήμερα η θαυματουργή Εικόνα της Παναγίας της Εικονίστριας. Την ώρα που όλοι έντρομοι έτρεχαν να γλιτώσουν από τον όλεθρο, κανείς δεν σκέφτηκε να φυγαδεύσει την Ιερά Εικόνα, το μεγαλύτερο κειμήλιο του νησιού. Και όμως παρέμεινε απείραχτη στο θρόνο της, όπως απείραχτος έμεινε και ο Ναός της, στον οποίο σήμερα αναπέμπουμε ευχαριστηρίους δεήσεις, και δοξολογίες, για την διάσωση της πόλεως και τα θαυμαστά ‘‘ξένα και τεράστια’’ που η Θεοτόκος χάρισε και χαρίζει μέχρι σήμερα σε όσους την επικαλούνται με ευλάβεια και πίστη[7].


Ο Μητροπολιτικός Ναός Τριών Ιεραρχών Σκιάθου, όπου φυλάσσεται η  πολιούχος του νησιού Παναγία Εικονίστρια.

Και μαζί με τον υμνωδό της, τον άλλο Αλέξανδρο, τον Αλέξανδρο Μωραϊτίδη, ψάλλουμε: ‘‘ Ἐλέους τήν χάριν σου Παρθένε καί σκέπης ἰσχύν τήν κραταιάν, οὐ σιωπῶμεν πώποτε κηρύττομεν τοῖς πέρασιν, ὅτι κινδύνων ἔσωσας, πολλῶν ἡμᾶς Εἰκονίστρια’’[8].


Ο Μητροπολιτικός Ναός Τριών Ιεραρχών Σκιάθου, όπου φυλάσσεται η  πολιούχος του νησιού Παναγία Εικονίστρια.

Ο Μητροπολιτικός Ναός Τριών Ιεραρχών Σκιάθου, όπου φυλάσσεται η  πολιούχος του νησιού Παναγία Εικονίστρια. Την 23η Αυγούστου ψάλλεται Ευχαριστήριος Δέηση προς την ''ομβροτόκο'' Παναγία Εικονίστρια καθώς επίσης μνημονεύονται τα θύματα της θηριωδίας των Γερμανών.  



Από το Καθολικό της Ιεράς Μονής της Παναγίας της Κεχριάς. Ο Τρούλος.


Από το Καθολικό της Ιεράς Μονής της Παναγίας της Κεχριάς. Το τέμπλο.

Από την περσινή Αγρυπνία στην Ιερά Μονή της Παναγίας της Κεχριάς (22-23 Αυγούστου 2010).

Από την περσινή Αγρυπνία στην Ιερά Μονή της Παναγίας της Κεχριάς (22-23 Αυγούστου 2010).


Από την περσινή Αγρυπνία στην Ιερά Μονή της Παναγίας της Κεχριάς (22-23 Αυγούστου 2010). Ο π. Ιωσήφ, νυν Ηγούμενος της Ι. Μ. του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Σκιάθου, τελών την πανήγυρη. 


Από την περσινή Αγρυπνία στην Ιερά Μονή της Παναγίας της Κεχριάς (22-23 Αυγούστου 2010). Ο π. Ιωσήφ, νυν Ηγούμενος της Ι. Μ. του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Σκιάθου, τελών την πανήγυρη. 



ΠΗΓΕΣ – ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ



Μιχαήλ Γιοβανάκη, Ιστορικά διηγήματα, Αθήνα, 1985, σελ. 40-47.

Γιάννη Παρίση, Η Παναγία η Κεχριά και το θαύμα της, περιοδικό Βόρειοι Σποράδες, Οκτώβριος 1977, έτος 8ον, αριθ. Φύλλου 89.

π. Γεωργίου. Αθαν. Σταματά, Παναγία η Εικονίστρια, η πολιούχος της Σκιάθου, Σκιάθος, Γ2005.

Αργυρίου Τρακόσα, Σκιαθίτικοι Απόηχοι εκατονταετίας 1886-1987, τόμος Α’, σελ. 107 – 108.

Εμφανίσεις και θαύματα της Παναγίας, Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής, 192002.


[1] .  π .Γεωργίου. Αθαν. Σταματά, Παναγία η Εικονίστρια, η πολιούχος της Σκιάθου, Σκιάθος, Γ2005, σελ. 83
[2] . Εμφανίσεις και θαύματα της Παναγίας, Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής, 192002, σελ. 173-188.
[3] . βλ. Αργυρίου Τρακόσα, Σκιαθίτικοι Απόηχοι εκατονταετίας 1886-1987, τόμος Α’, σελ. 107 και  Μιχαήλ Γιοβανάκη, Ιστορικά διηγήματα, Αθήνα, 1985, σελ. 42.
[4] . βλ. Γιάννη Παρίση, Η Παναγία η Κεχριά και το θαύμα της, περιοδικό Βόρειοι Σποράδες, Οκτώβριος 1977, έτος 8ον, αριθ. Φύλλου 89.
[5] . βλ. Γιάννη Παρίση, Η Παναγία η Κεχριά και το θαύμα της, περιοδικό Βόρειοι Σποράδες, Οκτώβριος 1977, έτος 8ον, αριθ. Φύλλου 89.
[6] .  π. Γεωργίου. Αθαν. Σταματά, Παναγία η Εικονίστρια, η πολιούχος της Σκιάθου, Σκιάθος, Γ2005, σελ. 94.
[7] . π. Γεωργίου. Αθαν. Σταματά, Παναγία η Εικονίστρια, η πολιούχος της Σκιάθου, Σκιάθος, Γ2005, σελ. 34.
[8] . π. Γεωργίου. Αθαν. Σταματά, Παναγία η Εικονίστρια, η πολιούχος της Σκιάθου, Σκιάθος, Γ2005, σελ. 90.